08/12/2019
Ο Χαράλαμπος Ανδρεόπουλος ρίχνει φως στις σχέσεις της Εκκλησίας και της Πολιτείας της περιόδου 1967 - 1974, όπως αυτές διαμορφώθηκαν υπό το κράτος της εγκαθιδρυθείσας την 21η Απριλίου 1967 επτάχρονης δικτατορίας.

Του Χάρη Ανδρεόπουλου

Την 21η Απριλίου 1967 δεν ξημέρωσε δύσκολη μέρα μόνο για τη Δημοκρατία, αλλά και για την Εκκλησία. Την ημέρα εκείνη, με την επιβολή της δικτατορίας των συνταγματαρχών, ξεκίνησε η μεγάλη περιπέτεια της Επταετίας στη διάρκεια της οποίας αφ’ ενός μεν καταλύθηκε το δημοκρατικό πολίτευμα της ελληνικής Πολιτείας, αφ’ ετέρου δε σαρώθηκε το συνοδικό – φύσει δημοκρατικό, από την εποχή των Αποστόλων – σύστημα διοικήσεως της Εκκλησίας.

Οι παρεμβάσεις της δικτατορίας αυτής – της μακροβιότερης εν Ελλάδι στη διάρκεια του 20ού αιώνος – στις πλείστες των περιπτώσεων υπήρξαν κατάφωρα αντίθετες προς το Κανονικό Δίκαιο και την κανονική τάξη της Εκκλησίας. Αυτό, όμως, δεν ήταν τόσο περίεργο. Το πραγματικά περίεργο ήταν ότι οι αντικανονικές αυτές παρεμβάσεις έγιναν δεκτές ή προκλήθηκαν από την ίδια τη διοίκηση της Εκκλησίας, όπως αυτή προέκυψε μετά από μεθοδευμένες νομοθετικές παρεμβάσεις της δικτατορίας, από τις πρώτες ημέρες της επιβολής της, με σκοπό να υπηρετηθούν αφ’ ενός μεν ιδεολογικές σκοπιμότητες του δικτατορικού καθεστώτος, αφ’ ετέρου δε ιδιοτελή συμφέροντα νομής εξουσίας διαφόρων εκκλησιαστικών ομάδων.

H ANAΡΡΗΣΗ ΣΤΗN ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΜ. ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ ΚΟΤΣΩΝΗ

Κατά την πρώτη φάση της δικτατορίας (21.04.1967 – 24.11.1973, επί Γ. Παπαδοπούλου) ο νόμιμος και κανονικός Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β΄ (Χατζησταύρου) αρνούμενος να υποκύψει στις πιέσεις για παραίτηση προκειμένου να προωθηθεί διάδοχος αρεστός και συνεργάσιμος στο καθεστώς, θα είναι το πρώτο θύμα της δικτατορίας. Θα απομακρυνθεί «αυτοδικαίως» με την προδήλως αντικανονική διάταξη περί ορίου ηλικίας. Ο διάδοχός του Ιερώνυμος Α΄ (Κοτσώνης) αφού κατέλαβε «νόμιμα» μεν αλλά αντικανονικά τον αρχιεπισκοπικό θρόνο και η διορισθείσα 8μελής «Αριστίνδην» Ιερά Σύνοδος που αντικατέστησε – και υποκατέστησε – την κανονική «μικρά» (Δ.Ι.Σ.) και «μεγάλη» Ιερά Σύνοδο (Ιεραρχία), θα συμπορευθούν με την «εθνοσωτήριο» στρατιωτική Κυβέρνηση αναλαμβάνοντας το «εκκλησιοσωτήριο» έργο της. Με αντικανονικές διαδικασίες και μεθοδεύσεις τον δρόμο προς την έξοδο θα δουν άλλοι δεκαπέντε (15) κανονικοί και νόμιμοι Μητροπολίτες της «παλαιάς» (της προ της 21ης Απριλίου 1967) Ιεραρχίας, στο πλαίσιο ενός συντονισμένου σχεδίου αλλοιώσεως της συνθέσεώς της, το οποίο για να ολοκληρωθεί περιέλαβε και την εκλογή είκοσι εννέα (29) νέων Μητροπολιτών προσκειμένων, ως επί το πλείστον, στις χριστιανικές αδελφότητες οι οποίες εξαρχής συντάχθηκαν με το όραμα που εκπροσωπούσε ο Ιερώνυμος Α΄ για την «κάθαρση» στην Εκκλησία και για μια «Καινούργια Ελλάδα». Ο στόχος, όμως, παρά τη συντελεσθείσα αλλοίωση της Ιεραρχίας δεν θα επιτευχθεί. Το οικοδόμημα του Ιερωνύμου θα καταρρεύσει όταν ο τότε Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος (Α΄) επιχειρώντας – συνεργούσης και της δικτατορίας – να καταστρατηγήσει τις πατριαρχικές διατάξεις που ορίζουν τόσο τη σχέση της κανονικής ενότητας με το Πατριαρχείο (Πατριαρχικός Τόμος του 1850), όσο και τα κανονικά δικαιώματα αυτού στις «Νέες Χώρες» (Πατριαρχική Πράξη του 1928), θα βρει απέναντί του την πλειονοψηφία της Ιεραρχίας, η οποία με την αντίθεσή της στις επιλογές του θα δρομολογήσει τη δική του έξοδο.

Η ΑΝΑΤΡΟΠΗ

Πρωταγωνιστές στην ανατροπή του συστήματος Ιερωνύμου (Α΄) οι τότε Μητροπολίτες Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος Νικολάου και Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης, οι οποίοι είχαν προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας (Σ.τ.Ε.) πετυχαίνοντας τον Απρίλιο του 1973 την ακύρωση της συνθέσεως της «μικράς» Συνόδου (Δ.Ι.Σ.) που είχε συγκροτηθεί δι΄ εκλογής, σύμφωνα με το σύστημα Ιερωνύμου, και όχι κατά τα πρεσβεία αρχιερωσύνης, όπως όριζαν οι πατριαρχικές πράξεις. Ο Αυγουστίνος στην κρίσιμη συνεδρίαση της Ιεραρχίας της 10ης Μαϊου 1973, μετά την επικράτηση της προτάσεως για συγκρότηση της Δ.Ι.Σ. βάσει των πρεσβείων (33 ψήφοι) που σήμανε την ήττα του Ιερωνύμου (η πρόταση του οποίου για συγκρότηση δι΄ εκλογής έλαβε 29 ψήφους), θα δηλώσει: «Πατριαρχικόν και Ιερωνύμειον σύστημα συνεκρούσθησαν. Ενίκησεν όχι το “Αριστίνδην” του κ. Ιερωνύμου, αλλά το Πατριαρχικόν, η αδιάβλητος αρχή συνθέσεως της Συνόδου κατά πρεσβεία αρχιερωσύνης, η οποία εξασφαλίζει την ισότητα δικαιωμάτων μεταξύ όλων των ιεραρχών και προφυλάσσει την Ιεραρχίαν από φατριαστικάς ενεργείας, φιλονικείας και έριδας, αι οποίαι ήτο επόμενον να παρουσιάζωνται κατά το Ιερωνύμειον σύστημα, το επινοηθέν επί σκοπώ συγκεντρώσεως όλης της εξουσίας εις το πρόσωπον του ενός. Αυτό το φατριαστικόν και απολυταρχικόν πνεύμα διοικήσεως της Εκκλησίας κατεπολεμήθη κατά την χθεσινήν εκλογήν» (βλ. εφημ. «Μακεδονία», 11.05.1973, σ. 4). Από της 10ης Μαϊου 1973 και εντεύθεν ο Ιερώνυμος (Α΄) χάνει τον έλεγχο της Συνόδου, καθίσταται ουσιαστικά προκαθήμενος «υπό επιτροπείαν». Η εξέλιξη αυτή θ΄ αποτελέσει την κύρια αιτία της εν συνεχεία σταδιακής – και γι΄ αυτό ιδιαίτερα τραυματικής για το κύρος της διοικούσας Εκκλησίας και επώδυνης για τον ίδιο σε προσωπικό επίπεδο – καταρρεύσεώς του από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο.

Εικόνα: Ο Ιερώνυμος σε πρώτο πλάνο, άκρη δεξιά ο Σεραφείμ

Η ΕΚΛΟΓΗ ΣΕΡΑΦΕΙΜ

Μετά το νοεμβριανό ενδοστρατιωτικό πραξικόπημα της 25ης Νοεμβρίου 1973 και την ανατροπή του Γ. Παπαδοπούλου ξεκινά η δεύτερη φάση της δικτατορίας (25.11.1973 – 23.07.1974). Ο νέος δικτάτωρ, ταξίαρχος Δημ. Ιωαννίδης αγνοεί επιδεικτικά τον Ιερώνυμο εξαναγκάζοντάς τον σε παραίτηση. Τον παραιτηθέντα τον Δεκέμβριο του 1973 Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο (Α΄) θα διαδεχθεί, ως εκλεκτός της νέας («ιωαννιδικής») ηγεσίας, ο από Ιωαννίνων Σεραφείμ (Τίκας), ο οποίος τον Ιανουάριο του 1974 θα εκλεγεί κανονικά σε ήδη χηρεύοντα θρόνο. Η εκλογή του «κυοφορήθηκε» εντός της ανερχομένης και ήδη ελέγχουσας (από την 10η Μαϊου του ΄73) τα εκκλησιαστικά πράγματα μερίδας της «παλαιάς» (της προδικτατορικής περιόδου) Ιεραρχίας, της αποκληθείσης «Πρεσβυτέρας». Η επιλογή της νέας ηγεσίας της δικτατορίας να συμπράξει με τον ισχυρό πόλο που εκπροσωπούσε η «Πρεσβυτέρα Ιεραρχία» και ο εξ αυτής τότε Ιωαννίνων Σεραφείμ (Τϊκας) δεν είχε ιδεολογικό έρεισμα˙ αποτελούσε «μονόδρομο» που τον υπαγόρευε η πολιτική σκοπιμότητα των στιγμών. Το γεγονός ότι ο Σεραφείμ είχε γνωριμία με τον Ιωαννίδη, από την εποχή που ήταν συμπολεμιστές την εποχή της γερμανικής κατοχής στον «Ε.Δ.Ε.Σ.» του στρατηγού Ναπολέοντος Ζέρβα, δεν ήταν αυτό που δρομολόγησε τις εξελίξεις, ασφαλώς, όμως, τις επιτάχυνε. Το καθεστώς Ιωαννίδη έδωσε στη – διάδοχη της «ιερωνυμικής» – «σεραφειμική» παράταξη απεριόριστες ελευθερίες, των οποίων όμως η παράχρηση υπό της νέας εκκλησιαστικής ηγεσίας εξελίχθηκε σ’ ένα είδος «revanche» προς την προηγουμένη. Αν για τον Ιερώνυμο η πλέον «μελανή σελίδα» της αρχιεπισκοπείας του υπήρξε η κατάφωρα αντικανονική εκλογή του, για τον Σεραφείμ «μελανή σελίδα» στη δική του αρχιεπισκοπεία υπήρξε η απομάκρυνση χωρίς δίκη και απολογία – ούτε καν ακρόαση – των δώδεκα «ιερωνυμικών» λεγομένων Μητροπολιτών, γεγονός που δημιούργησε μια πρωτοφανή ανωμαλία στη μετέπειτα ζωή της Εκκλησίας της Ελλάδος που εξακολουθούσε να την ταλανίζει μέχρι τα πρόσφατα χρόνια.

Ο ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Α’: ΜΙΑ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ ΤΟΥ

1. Η άνοδος, η θητεία και η πτώση του (1967-1973):

Επρόκειτο αναμφιβόλως περί ενός κληρικού με εξαιρετικά χαρίσματα που του τα αναγνώριζαν πρώτοι ιεράρχες που ανήκαν ιδεολογικά στην αντίπαλη παράταξη απ’ αυτήν την οποία ο ίδιος ανήκε (αυτή των «βασιλοφρόνων» αρχιερέων, των προσκειμένων φίλα στον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο [1938-1940]). Επί παραδείγματι, ο (προσκείμενος στον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό [1941-1949] και «βενιζελικών» φρονημάτων) μητροπολίτης Ελασσώνος Ιάκωβος (Μακρυγιάννης) το 1958 θα πλέξει το εγκώμιο του τότε αρχιμανδρίτου Ιερωνύμου (Κοτσώνη) περιγράφοντάς τον ως «κληρικό εξαιρέτου επιστημονικού κύρους […] αγαθό και σεμνό […]» και προτείνοντάς τον ως «άξιο της εγγραφής εις τον κατάλογο των εκλογίμων προς αρχιερατείαν». Οι απόπειρες επισκοποιήσεώς του, μέσω κανονικής Συνόδου, θα εξελιχθούν στα πρώτα χρόνια της 10ετίας του ’60. Στις αρχές του ’60 θα επιχειρηθεί από το Πατριαρχείο – επί Αθηναγόρα (Σπύρου) – η εκλογή του ως τιτουλαρίου Επισκόπου του Οικουμενικού Θρόνου. Θα ακολουθήσουν τρεις ακόμη απόπειρες˙ οι δύο για την εκλογή του στην Αρχιεπισκοπή (Ιανουάριος 1962 και Φεβρουάριος 1962, όταν κενώθηκε η έδρα λόγω παραιτήσεως του μόλις προ μηνός εκλεγέντος αρχιεπισκόπου Ιακώβου [Βαβανάτσου]) και η τρίτη για τη Μητρόπολη της πατρίδας του (τη Σύρο, το 1965), όλες, όμως, θα καταλήξουν σε αποτυχία. Η υποψηφιότητά του θα αποδοκιμασθεί από την πλειοψηφία των ιεραρχών ως αντίδραση, όχι στην «απαστράπτουσα» ιερατική και ακαδημαϊκή φυσιογνωμία του, αλλά, αφ’ ενός μεν στην παραταξιακή του –«οργανωσιακή»– προέλευση, αφ’ ετέρου δε στις υπέρ του προσώπου του πιέσεις που ασκούσαν τα Ανάκτορα και στις οποίες η πλειοψηφία της Ιεραρχίας δεν φαινόταν διατεθειμένη να υποκύψει. Η τέταρτη απόπειρα εκλογής του θα είναι επιτυχής, αλλά θα την σκιάσει το γεγονός ότι συνδέθηκε μ’ έναν πολιτικό περίγυρο αρνητικό˙ τη δικτατορία. Ως προς το σκέλος της κανονικότητας, η εκλογή του είχε το τεράστιο μειονέκτημα ότι πραγματοποιήθηκε όχι από την κανονική Ιεραρχία, ή έστω μια κανονικώς συγκροτημένη «μικρά» («Διαρκή») Ιερά Σύνοδο, αλλά από μια προδήλως αντικανονική 8μελή «Αριστίνδην» Ιερά Σύνοδο την οποία –ερήμην της Ιεραρχίας– είχε συστήσει η δικτατορία αποσκοπώντας στη χειραγώγηση της Εκκλησίας ως θεσμού.

Περιέργως ο Ιερώνυμος Κοστώνης, ένας διακεκριμένος πανεπιστημιακός καθηγητής του Κανονικού Δικαίου, δέχθηκε να συνεργήσει στην επιχειρηθείσα και, τελικώς, επιτευχθείσα υπό του τότε δικτατορικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου 1967 κατάλυση του συνοδικού πολιτεύματος της Εκκλησίας. Ο τρόπος αναρρήσεως στην Αρχιεπισκοπή του Ιερωνύμου Κοτσώνη και οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν ήταν αυθαίρετες, χωρίς κανένα ηθικό ή εκκλησιαστικό έρεισμα. Όσο εντυπωσιακά κι αν ήταν τα ακαδημαϊκά προσόντα, λαμπρό το έργο και το ήθος του, δεν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν καμιά αυθαιρεσία. Αντιθέτως, θα έπρεπε να προστατεύσουν την Εκκλησία από έξωθεν παρεμβάσεις. Γι’ αυτό και αργότερα από την κανονική Ιεραρχία του ’74 η υπό της 8μελούς «Αριστίνδην» Συνόδου γενομένη εκλογή του θα θεωρηθεί αντικανονική. Επρόκειτο για μια κρίση –ότι η εκλογή του Ιερωνύμου (Κοτσώνη) υπήρξε αντικανονική– με την οποία εν συνεχεία και σε ακαδημαϊκό επίπεδο ταυτίσθηκε το σύνολο των καθηγητών του Κανονικού Δικαίου (πλην του ιδίου) και του Εκκλησιαστικού Δικαίου καθώς και εγκρίτων νομικών και ιστορικών επιστημόνων. Οι συνέπειες αυτής της αντικανονικότητας στην εκλογή του Ιερωνύμου μεταφέρθηκαν και στις διαδικασίες των επί της θητείας του (1967-1973) εκλεγέντων 29 εν συνόλω αρχιερέων, ανάμεσα στους οποίους και οι εν τέλει κηρυχθέντες έκπτωτοι δώδεκα (12) αρχιερείς. Το θέμα των «12» απετέλεσε στη συνέχεια –από το 1974 και εντεύθεν– το επίκεντρο του προβλήματος που ταλάνισε την Εκκλησία για μια ολόκληρη 20ετία, αν και οι «ρίζες» του προβλήματος ανάγονται στον Μάιο και Ιούνιο του 1967, τότε, όταν συνεστήθη η αντικανονική 8μελής «Αριστίνδην» εκλέγοντας αρχικά τον Ιερώνυμο (Κοτσώνη) και εν συνεχεία υπό την προεδρία του τους λοιπούς 29 νέους ιεράρχες. Οι τελευταίοι με τη σειρά τους «κληρονόμησαν» την αντικανονικότητα εκ της οποίας έπασχε το όργανο που τους εξέλεξε, όπως έκρινε σχετικώς το όργανο της «Πρεσβυτέρας Ιεραρχίας» (της συγκροτηθείσης με τους ιεράρχες που είχαν εκλεγεί προ της 21ης Απριλίου) τον Ιανουάριο του 1974.

Εικόνα: Μάϊος 1967, Ο Ιερώνυμος στο Τατόϊ με τον Βασιλιά μετά την διαβεβαίωση (ορκωμοσία) του

2. Ο Ιερώνυμος ως Πρόεδρος της Ιεραρχίας. Οι επιτυχίες του σε έργα, οι αποτυχίες του στον τρόπο ασκήσεως της εξουσίας:

Οι καλές σχέσεις που θ’ αναπτύξει ο Ιερώνυμος με το καθεστώς θα αποφέρουν, κυρίως στα πρώτα χρόνια της Επταετίας, θετικά αποτελέσματα στο οικονομικό πεδίο. Κύρια –και αδιαμφισβήτητη– επιτυχία του υπήρξε η κατόπιν των δικών του ενεργειών ένταξη των κληρικών στο μισθολόγιο του δημοσίου. Η απόφαση θα αναγγελθεί από τον ίδιο τον Γ. Παπαδόπουλο, στις 02.5.1968, σε «πανηγυρική» συνεδρίαση της «Αριστίνδην» Συνόδο. Η «Αριστίνδην» θα θεωρήσει την υπογραφή και δημοσίευση του σχετικού Α.Ν. 469/1968 μεγάλη επιτυχία και θα ευχαριστήσει τον Παπαδόπουλο διότι έλυσε ένα χρονίζον ζήτημα για την Εκκλησία κατά τον καλύτερο τρόπο. Εις «ένδειξιν ευγνωμοσύνης», μάλιστα, ο Ιερώνυμος, επιχειρώντας να «κεφαλαιοποιήσει» επικοινωνιακά την επί των ημερών του συντελεσθείσα αυτή για το σώμα των κληρικών επιτυχία, θα απονείμει στον Πρόεδρο της «Εθνικής Κυβερνήσεως» Γ. Παπαδόπουλο τον «Χρυσούν Σταυρόν του ιδρυτού της Εκκλησίας της Ελλάδος Αποστόλου Παύλου», τιμή για την οποία, μέχρι τότε, κανείς άλλος Έλληνας Πρωθυπουργός δεν είχε κριθεί άξιος. Μετά από δικές του παρεμβάσεις, επίσης, την προηγουμένη χρονιά, η δικτατορία δείχνοντας τις ευνοϊκές διαθέσεις της προς το πρόσωπό του και στηρίζοντάς τον πολιτικά στις διακηρύξεις του αναφορικά με την οικονομική αναβάθμιση των κληρικών, είχε αποφασίσει την αύξηση των συντάξεων και των προσωποπαγών βοηθημάτων του Ταμείου Ασφαλίσεως Κληρικών Ελλάδος (ΤΑΚΕ). Επιπροσθέτως, η προσφορά του στη «Χριστιανική Αλληλεγγύη» που είχε την ευθύνη της ειδικής μερίμνης για υπερήλικες, η αναβάθμιση της εκκλησιαστικής εκπαιδεύσεως μέσω της ιδρύσεως ανωτάτης σχολής Ορθοδόξων σπουδών με την ονομασία «Εκκλησιαστική Ακαδημία» που θα λειτουργούσε με σκοπό την παραγωγή κληρικών υψηλής πνευματικής και χριστιανικής παιδείας, η ίδρυση και κατασκευή του Διορθοδόξου Κέντρου Πεντέλης (Αττικής), αποτελούν αναμφιβόλως τον θετικό απολογισμό ενός έργου το οποίο, όμως, σκιάσθηκε από τον αρνητικό απολογισμό που του καταλογίσθηκε ως προς τα κύρια και πρώτιστα –εκκλησιολογικής φύσεως– καθήκοντά του, ως προκαθημένου, και κυρίως, για το γεγονός του επί των ημερών του επισυμβάντος εκτροχιασμού της Εκκλησίας από την κανονικότητα. Με τη συνέργειά του στην κατάλυση του συνοδικού συστήματος ο Ιερώνυμος, ουσιαστικά, υπονόμευσε και τις δικές του προσωπικές μεγαλόπνοες, «αναγεννητικές» του εκκλησιαστικού σώματος στοχεύσεις του, όπως τις είχε επαγγελθεί στον ενθρονιστήριο λόγο του, καθώς οι αντιδράσεις που προκάλεσε η πολιτική του στο εσωτερικό της Ιεραρχίας, εξαιτίας της περιθωριοποιήσεώς της, αποδυνάμωσαν τις όποιες προσπάθειες για τον ουσιαστικό «εκσυγχρονισμό» και πραγματική «ανανέωση» του εκκλησιαστικού οργανισμού. Συνεπακόλουθα η μακρόχρονη αυτή κρίση του εκκλησιαστικού οργανισμού αποδυνάμωσε τη σχέση του με το πλήρωμα της Εκκλησίας και την περιβάλλουσα κοινωνία. Με την πολιτική του ο Ιερώνυμος αντί να κερδίζει συμμάχους στο σώμα των ιεραρχών, προκαλούσε κρίσεις, δημιουργούσε αντιπαλότητες και επέφερε διαιρέσεις. Και στο τέλος το «σύστημά» του κατέρρευσε έσωθεν, όταν, απωλεσθείσης της συνοχής στην «ιερωνυμική» παράταξη, αποστασιοποιήθηκαν από αυτό μέχρι και Μητροπολίτες που εξελέγησαν επί της θητείας του. Τα ακαδημαϊκά του προσόντα, ως πανεπιστημιακού, και η ευρύτερη λογιωσύνη του δεν στάθηκαν ικανά για να συσπειρώσουν την Ιεραρχία και ευρύτερα το εκκλησιαστικό σώμα˙ αντίθετα, θα μπορούσε να λεχθεί ότι, όπως φάνηκε από τις εξελίξεις, επέδρασαν αρνητικά.

Εικόνα: Στιγμιότυπο από συνεδρίαση της Ιεραρχίας επί Ιερωνύμου

Στην πολιτική του Ιερωνύμου είναι φανερά τα στοιχεία αφ’ ενός μεν μιας ακαδημαϊκής «αγκυλώσεως» που τον έφερε αντιμέτωπο με την ιεροκανονική, υπό το πλαίσιο των πνευματικών όρων, παράδοση της Εκκλησίας –το «ράσο»– αφ’ ετέρου δε μιας ιδεολογικοπολιτικής «ακαμψίας», το διαιρετικό πνεύμα της οποίας λειτούργησε ανασχετικά στις όποιες προσπάθειες για την επίτευξη της ενότητας στους κόλπους της Ιεραρχίας. Η άρνηση του Ιερωνύμου να υπερβεί τις διαφορές που τον χώριζαν σε επίπεδο ακαδημαϊκό-εκκλησιολογικό και ιδεολογικοπολιτικό με τους Μητροπολίτες της «παλαιάς» Ιεραρχίας και να τις εξισορροπήσει συνθετικά, φατρίασε το σώμα των ιεραρχών στους «δικούς μας» και τους «άλλους» οδηγώντας τις δύο μερίδες σ’ έναν ανταγωνισμό αλληλοεξουδετερώσεως, σε μια πόλωση αντιπροσωπευτική της διαστάσεως η οποία με τη σειρά της –και για να μιλήσουμε με όρους θεολογικούς– αντιπροσώπευε την απουσία της θείας χάρης, την απουσία του Αγ. Πνεύματος, όσο κι αν η κάθε πλευρά το διεκδικούσε για τον εαυτό της.

Αναφέρεται από σημαντικές προσωπικότητες του ακαδημαϊκού και εκκλησιαστικού χώρου (όπως π.χ. από τον καθηγητή Σάββα Αγουρίδη και τον καθηγητή, νυν Αρχιεπίσκοπο Τιράνων και πάσης Αλβανίας Αναστάσιο Γιαννουλάτο) ότι ο Ιερώνυμος Κοτσώνης θέλησε πράγματι να ανανεώσει την ελλαδική εκκλησιαστική πραγματικότητα. Όμως η επιλογή του να επιχειρήσει το ανανεωτικό του έργο στηριζόμενος στη δικτατορία και στις θρησκευτικές οργανώσεις καθώς και η τακτική του να στηριχθεί στους ομόφρονές του αρχιερείς παραμερίζοντας –έως και εκτοπίζοντας– τους διαφορετικής ιδεολογικοπολιτικής και εκκλησιολογικής αντιλήψεως ιεράρχες, κατέδειξαν και τα όρια αυτής της προσπάθειας.

Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι θεολόγος καθηγητής στη Β/θμια Εκπ/ση, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ, συγγραφέας του βιβλίου «Η Εκκλησία κατά τη δικτατορία 1967 – 1974. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση», εκδ. Επίκεντρο, 2017, Θεσσαλονίκη, σσ. 424.

*Τα κείμενα αποτελούν απόψεις του υπογράφοντος και όχι απαραίτητα και της εκπομπής.

 

Ο Χαράλαμπος Ανδρεόπουλος εμφανίστηκε στο επεισόδιο Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ της Χαράς Θεού. Μπορείτε να το παρακολουθήσετε ΕΔΩ

 

1 comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *