21/01/2019
Η ιστορία του πολιούχου άγιου της Θεσσαλονίκης.

του Αθανάσιου Ε. Καραθανάση,

Ομότ. Καθηγητή Α.Π.Θ., Προέδρου Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών

Ένας νεαρός Θεσσαλονικεύς από αρχοντική οικογένεια της πόλης δίδασκε τη νέα θρησκεία του Χριστιανισμού το 305 μ.Χ. με θέρμη και ζήλο στις υπόγειες στοές δυτικά της Μεγάλης Αγοράς, της Μεγαλοφόρου, κοντά στην Χαλκευτική Στοά, εκεί που σήμερα είναι τα Χαλκωματάδικα. Ήταν ο νεαρός αξιωματικός του ρωμαϊκού στρατού Δημήτριος, όταν συνελήφθη κατ’ εφαρμογήν του διατάγματος του Γαλέριου Βαλέριου Μαξιμιανού την 1η Μαίου 305 και οδηγήθηκε συνοδεία ρωμαίων στρατιωτών στις ρωμαϊκές θέρμες, στο λουτρό δηλαδή που ήταν πάνω από το Θέατρο, λίγα μέτρα κάτω από την σημερινή οδό Αγίου Δημητρίου προς την οδό Ολύμπου. Εκεί φυλακίζονταν όσοι ομολογούσαν στη νέα θρησκεία του Χριστιανισμού. Και όταν ο Δημήτριος ευλόγησε τον μικρόσωμο Χριστιανό Νέστορα που τον επισκέφθηκε στην φυλακή και ο οποίος νίκησε τον γιγαντόσωμο ειδωλολάτρη Λυαίο στην μονομαχία στο Στάδιο, κείμενο λίγα μέτρα πιο πάνω προς την Αγίου Δημητρίου, οργισμένος ο Γαλέριος που παρακολουθούσε το θέαμα, διέταξε πάραυτα να σκοτωθεί ο Νέστορας και να λογχισθεί ο Δημήτριος μες στην φυλακή. Ήταν η 26η Οκτωβρίου 305 μ.Χ. Οι Χριστιανοί έθαψαν το σώμα του Δημητρίου στο υπόγειο του τόπου που μαρτύρησε κι όταν το 313 ο Μέγας Κωνσταντίνος κήρυξε την ανεξιθρησκεία στην αυτοκρατορία του, στον τόπο του μαρτυρίου του κτίσθηκε πάνω στον τάφο του Αγίου Δημητρίου οικίσκος, που σταδιακά και μετά την πλήρη επικράτηση του Χριστιανισμού έγινε μεγάλος ναός, μία λαμπρή βασιλική περί το 412 η 463 μ.Χ. στην σημερινή θέση στο «μέσον του σταδίου και του δημοσίου λουτρού».

Δύο λατρείες δηλαδή που σηματοδοτούν την θρησκευτική και γενικά την ιστορία της Θεσσαλονίκης. Γι’ αυτό και από νωρίς η λατρεία αυτή εκφράστηκε με την λιτανεία το βράδυ της παραμονής της εορτής του αγίου, λιτανεία που ξεκινούσε από τον τόπο της συλλήψεώς του στην Καταφυγή, στα σημερινά Χαλκωματάδικα και έφθανε ως τον τόπο μαρτυρίου του, αφού περνούσε δε από την Εγνατία στάθμευε στην Αχειροποίητο και μετά τον εσπερινό κατευθυνόταν στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου για την ολονύκτια αγρυπνία.

Ο Συμεών, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης παραδίδει συγκλονιστική περιγραφή της λιτανείας αυτής. Καθίσταται έτσι η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου ως τις μέρες μας το ηρώον των Θεσσαλονικέων και η Θεσσαλονίκη, χάρη στον άγιό της, είναι το μεγάλο θρησκευτικό κέντρο, για το οποίο οι Θεσσαλονικείς είναι υπερήφανοι, καθώς ο άγιός τους και η πόλη του γίνονται γνωστές σ’ όλη την Οικουμένη, χάρη, μάλιστα, και στα θαύματα του αγίου, αφού από το άγιο λείψανό του ανέβλυζε «ακένωτος πηγή θείων μύρων», από «το θεοπάροχο μνήμα του».

Δικαίως από τότε οι Θεσσαλονικείς πιστεύουν ότι ο άγιος είναι ανάμεσά τους και τους προστατεύει. Γι’ αυτούς είναι πρότυπο αυτοθυσίας «αρχέτυπον αρετής και φιλοπατρίας», ο «φιλόπολις», ο «πάτρων και σωτήρ της πόλεως», ο «σωσίπατρις», το «ιδανικό παλλακάρι». Στις δύσκολες στιγμές της πόλης οι Θεσσαλονικείς σ’ αυτόν προσφεύγουν και αυτός τους λυτρώνει από κινδύνους, από επιδημίες, από εισβολές εχθρών. Ο άγιος περπατά πάνω στην θάλασσα, σηκώνει τρικυμίες, βυθίζει τους εχθρικούς στόλους, καβαλλάρης σ’ άσπρο άλογο πολεμά πάνω στα κάστρα κι αποκρούει εισβολείς. Τον βλέπουν ακόμη κι αυτοί οι εισβολείς, όπως ομολογούν όταν συλλαμβάνονται αιχμάλωτοι. Τον έβλεπαν, μαζί με τον Άγιο Γεώργιο, και οι στρατιώτες των βαλκανικών πολέμων να τυφλώνουν τους πυροβολητές του εχθρού με την λάμψη τους και να μην μπορούν να χειριστούν τα πυροβόλα τους. Γι’ αυτό και ο άγιος Δημήτριος εγκωμιάστηκε κατά τρόπον μοναδικό από συγγραφείς, αφού ο άγιος συνδέεται με τις τύχες της πατρίδος κι η λαϊκή λατρεία αποτυπώθηκε στα συναξάρια που εκφράζουν το πατριωτικό και το θρησκευτικό αίσθημα των Θεσσαλονικέων.

Άρχοντες και λαός της πόλης τιμούν την μνήμη του αγίου τους με τις μεγάλες γιορτές που άρχιζαν, από τότε, την 1η Οκτωβρίου και τελείωναν στις 3 Νοεμβρίου, με ύμνους, ομιλίες, εγκώμια για τον άγιο και την πόλη. Και από 20-27 Οκτωβρίου έξω από τα δυτικά τείχη της πόλης λάβαινε χώρα μεγάλη εμποροπανήγυρη, ένα είδος διεθνούς έκθεσης, τα Δημήτρια, όπου κατέφθαναν έμποροι και προσκυνητές απ’ όλη την Οικουμένη, περιγραφή της οποίας έδωσε ανώνυμος συγγραφεύς στο έργο του «Τιμαρίων».

Κι είχαν δίκαιο οι Θεσσαλονικείς που λάτρευαν και αγάπησαν με πάθος τον άγιό τους, τον προστάτη και υπερασπιστή της πόλης τους. Μαζί του απέκρουσαν την πρώτη πολιορκία των Αβάρων, που επιτέθηκαν από τα ΒΔ. με 100.000 άνδρες το 597 (η το 586), των Σλάβων τη νύκτα της 27ης προς 28 Οκτωβρίου το 604 (η 610), την ώρα που οι Θεσσαλονικείς ήσαν στην αγρυπνία στον ναό του. Κι όταν άκουσαν τις ιαχές των Σλάβων όρμησαν στα τείχη να τους αποκρούσουν πιστεύοντας ότι μαζί τους είναι και ο άγιός τους. Κι οι Σλάβοι εισβολείς έβλεπαν ότι χιλιάδες Θεσσαλονικέων στρατιωτών έβγαιναν έξω από τα τείχη και τους κυνηγούσαν.

Το βιβλίο των «Θαυμάτων» του αγίου γράφει επ’ αυτού ότι στα 610 (η 615) εκατοντάδες ποικίλων σλαβικών φύλων με μονόξυλα, μέσω των ποταμών Αξιού, Αλιάκμονος και Στρυμόνος ξεχύθηκαν στο Αιγαίο και πολιόρκησαν την Θεσσαλονίκη. Και τότε, μεταφράζω από τα «Θαύματα», οι Θεσσαλονικείς βλέπουν τον υπέρμαχο και φιλόπατρη Δημήτριο, τον πάνδοξο μάρτυρα, φορώντας λευκή χλαμύδα και πρώτα τρέχοντας στα τείχη κι ύστερα πάνω στην θάλασσα σαν να περπατά στον δρόμο. Και ξαφνικά σηκώθηκε Βαρδάρις που καταπόντισε τα μονόξυλα των εισβολέων κι οι Θεσσαλονικείς, παίρνοντας θάρρος, βγήκαν έξω από τα τείχη και έτρεψαν σε φυγή τους από ξηράν εισβολείς. Κι οι ευσεβείς Θεσσαλονικείς έγραψαν με ψηφιδωτή επιγραφή των κτητόρων μες στον ναό του διαιωνίζοντας την λυτρωτική επέμβαση του αγίου τους:

Κτίστας θεωρεῖς τοῦ πανενδόξου δόμου
ἐκεῖθεν ἔνθεν μάρτυρος Δημητρίου,
τοῦ βάρβαρον κλύδωνα βαρβάρων στόλων
μετατρέποντος και πόλιν λυτρουμένου

Στον νότιο τοίχο του ναού του Αγίου Δημητρίου βλέπουμε να εικονίζεται η είσοδος βυζαντινού αυτοκράτορος σε πόλη καιομένη. Άλλοι ερευνητές λέγουν ότι ο αυτοκράτωρ αυτός είναι ο Ιουστινιανός Β΄ ο Ρινότμητος που κατανικά τους Βουλγάρους στα στενά του Ρούπελ το 688 κι οι Θεσσαλονικείς ύμνησαν τη νίκη αυτή με την τοιχογραφία του νικητή Ιουστινιανού στον ναό του αγίου. Κατ’ άλλους (Γ. Θεοχαρίδης) ο εικονιζόμενος αυτοκράτωρ είναι ο Βασίλειος Β΄ που το 1019 συνέτριψε τους Σλάβους στο Σίρμιο.

Η Θεσσαλονίκη ήταν, και είναι, η πλούσια πόλη που είλκυε πάντα την προσοχή των εχθρών, όπως των Σαρακηνών πειρατών, που επετέθησαν και την λεηλάτησαν την 31η Ιουλίου 904. Την καταστροφή αυτή περιέγραψε στο χρονικό του ο γραμματικός-κουβουκλείσιος της μητροπόλεως Ιω. Καμινιάτης. Πάλι, όπως γράφει ο χρονικογράφος, η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου εκείνες τις μέρες της πολιορκίας ήταν γεμάτη από Θεσσαλονικείς και ξένους που παρακαλούσαν τον άγιο να επέμβει.

Κι όταν εμφανίσθηκε νέος εχθρός, οι Βούλγαροι, ο αυτοκράτωρ Βασίλειος Β΄ ήλθε πολλές φορές στην Θεσσαλονίκη, όπως το 990, όταν, ξεκινώντας από την Κωνσταντινούπολη για να αντιμετωπίσει τον τσάρο των Βουλγάρων Σαμουήλ, έφτασε εδώ για να ευχαριστήσει τον μεγαλομάρτυρα Δημήτριο και να προσκυνήσει επάνω στον τάφο του. Εκείνα τα χρόνια οι φωτιστές των Σλάβων, οι Θεσσαλονικείς αδελφοί Κύριλλος και Μεθόδιος, στις δυσκολίες του ιεραποστολικού τους έργου στον Άγιο Δημήτριο στρέφουν το βλέμμα τους ζητώντας βοήθεια.

Το 1040 η 1041 ο Δελεάνος, παρουσιαζόμενος ως εγγονός του τσάρου Σαμουήλ, κήρυξε νέο πόλεμο κατά των Βυζαντινών και αφού κυρίευσε το Δυρράχιο, κατευθύνθηκε στην Θεσσαλονίκη, όπου βρισκόταν ο αυτοκράτωρ Μιχαήλ Δ΄ για να προσευχηθεί στον τάφο του αγίου μας και να γιατρευτεί από βαρειά αρρώστια. Τότε ο Μιχαήλ κινήθηκε κατά του Δελεάνου που δεν τόλμησε να επιτεθεί κατά της Θεσσαλονίκης. Το τόλμησε, όμως, ο στρατηγός του Αλουσιάνος, συγγενής του Σαμουήλ, που θέλησε να αποκλείσει την Θεσσαλονίκη και να την αναγκάσει να παραδοθεί από την πείνα, ώσπου οι Θεσσαλονικείς μετά την ολονύκτια αγρυπνία βγήκαν έξω από τα τείχη και ανάγκασαν τους πολιορκητές Βουλγάρους να φύγουν πανικόβλητοι.

Ο σύγχρονος των γεγονότων βυζαντινός χρονογράφος Γεώργιος Κεδρηνός γράφει ότι επικεφαλής του ελληνικού στρατού ήταν ένας νεαρός καβαλλάρης, ο μεγαλομάρτυς Δημήτριος, που άνοιγε τον δρόμο κυνηγώντας τον εχθρό. Και τούτο, συνεχίζει ο Κεδρηνός, το βεβαίωναν με όρκο Βούλγαροι αιχμάλωτοι που έλεγαν γι’ αυτόν τον νεαρό καβαλλάρη ότι τους έρριχνε φωτιές και τους κατέκαιε.

Τον Ιούνιο του 1185 οι Νορμανδοί του Ροβέρτου Γυισκάρδου, διαδίδοντας ότι ο άγιος είχε εγκαταλείψει την πόλη του, επετέθησαν κατά της Θεσσαλονίκης, λεηλάτησαν, βίασαν, κατέστρεψαν την πόλη και με τσεκούρια έσπασαν και άρπαξαν τα πολύτιμα αφιερώματα που στόλιζαν τον τάφο του Αγίου Δημητρίου. Θρήνος και οδυρμός στην πόλη, που την σκληρή νορμανδική κατοχή κατέγραψε στο χρονικό του ο σοφός μητροπολίτης της Ευστάθιος.

Και δεν πέρασαν πολλά χρόνια, όταν το 1205 οι Φράγκοι της Δ΄ Σταυροφορίας που κατέλαβαν την πόλη, άρπαξαν την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου και της Αγίας Σοφίας και την παραχώρησαν στους Καθολικούς. Τότε οι Βούλγαροι πίστεψαν ότι μπορούσαν να καταλάβουν την Θεσσαλονίκη, στην οποία επετέθησαν το 1207 με τον τσάρο Ιωαννίτση, τον Σκυλογιάννη όπως τον ονόμαζαν οι ταλαιπωρημένοι Έλληνες της Μακεδονίας και της Θράκης που συστηματικά λεηλατούσε. Δεν μπόρεσε όμως να πετύχει τον σκοπό του γιατί στην σκηνή του, έξω από τα τείχη της πόλης μας, δολοφονήθηκε, ίσως και κατά προτροπή της τσαρίνας, από τον Κουμάνο στρατηγό του Μαναστρά κι έτσι λύθηκε η νέα αυτή πολιορκία. Οι Θεσσαλονικείς, όμως, πίστεψαν ότι η εξόντωση του φανατικού εχθρού των Ελλήνων Ιωαννίτση ήταν έργο του προστάτη τους Αγίου Δημητρίου. Κάτι τέτοιο γράφει και ο βυζαντινός χρονικογράφος Ακροπολίτης (μεταφράζω):

Και όπως λέγουν μερικοί, από κάποιο θεϊκό σημάδι επήλθεν
ο θάνατός του, καθώς, ενώ κοιμούνταν, ένας ένοπλος άνδρας φάνηκε
από πάνω του και με δόρυ τον κτυπούσε στα πλευρά του.

Η Φραγκοκρατία στην Θεσσαλονίκη κράτησε είκοσι χρόνια (1204-1224) και κατά πάσα πιθανότητα, στα τελευταία χρόνια της Φραγκοκρατίας ο Καθολικός επίσκοπός της Varinus που είχε εγκαταστήσει ο Βονιφάτιος, ο Φράγκος διοικητής της πόλης, αυτός λοιπόν ο Varinus φυγάδευσε στην Ιταλία τα άγια λείψανα του αγίου μας. Μαζί και τόσα άλλα που στάλθηκαν στην Δύση από τους Σταυροφόρους, όχι μόνον από την Θεσσαλονίκη, την Κωνσταντινούπολη αλλά και από άλλα μέρη της Ελληνικής Ανατολής.

Κατ’ άλλους, ο Φράγκος διοικητής της Θεσσαλονίκης θέλησε τότε, το 1205, να μεταφέρει τα λείψανα του αγίου μας στο Μομφεράτο της Β. Ιταλίας, πατρίδα του ομωνύμου βασιλικού οίκου αλλά καθ’ οδόν ηρπάγησαν και έμειναν ως το 1978 στο San Lorenzo. Εκεί, στο αββαείο του San Lorenzo in Campo τα λείψανα του αγίου μας εντοπίστηκαν από την αείμνηστη βυζαντινολόγο Μαρία Θεοχάρη και με βαθύτατη κατάνυξη, ύστερα από ενέργειες του μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος του Β΄, μεταφέρθηκαν στην Θεσσαλονίκη, στο σπίτι του αγίου, στον ναό του στις 23 Οκτωβρίου 1978, σε μία περίοδο που οι Θεσσαλονικείς είχαν την ανάγκη της παρουσίας του αγίου τους, καθώς ήταν νωπές οι πληγές στην πόλη μετά τον καταστρεπτικό σεισμό της 20ης Ιουνίου 1978.

Η αγάπη των Θεσσαλονικέων προς τον άγιό τους εκφράσθηκε με σειρά εγκωμίων ‒πεζών και ποιητικών, γι’ αυτό και θεωρείται ο δημοφιλέστερος άγιος απάσης της Οικουμένης.

Ιδιαιτέρως υμνήθηκε από τους Θεσσαλονικείς λογίους Νικόλαο Καβάσιλα, Κωνσταντίνο Αρμενόπουλο, Ισίδωρο και Γαβριήλ μητροπολίτες Θεσσαλονίκης και τους Κωνσταντινουπολίτες Θεόδωρο Μετοχίτη, Νικηφόρο Γρηγορά, Κωνσταντίνο Ακροπολίτη, Νικήτα Χωνιάτη, καθείς, μάλιστα, σύμφωνα με την θεολογική, φιλοσοφική, φιλολογική παιδεία του, π.χ. ο Θεόδωρος Μετοχίτης μέσω της κλασσικής του παιδείας, ο Φιλόθεος, πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως μέσω της θεολογίας των Ησυχαστών. Στην αρχή, μάλιστα, των εγκωμίων τους για τον άγιό μας οι εγκωμιαστές υμνούν την Θεσσαλονίκη, την πόλη του, τους κατοίκους της, την ευγένειά τους και την ομορφιά των εκκλησιών της.

Οι Φιλόθεος Κωνσταντινουπόλεως, Νικηφόρος Γρηγοράς και Θεόδωρος Μετοχίτης στα εγκώμιά τους για τον Άγιο Δημήτριο τον συγκρίνουν με τον Μ. Αλέξανδρο, την δε Θεσσαλονίκη θεωρούν ανώτερη και από τις ευρωπαϊκές πόλεις.

Αλλά και για την ροή του μύρου μαρτυρούν σοφοί Θεσσαλονικείς και μη, όπως οι μητροπολίτες Θεσσαλονίκης Ευστάθιος, Γρηγόριος ο Παλαμάς, Συμεών, Ισίδωρος, οι λόγιοι Δημ. Χρυσολωράς, Φιλόθεος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Νικηφόρος Γρηγοράς κ.α. Και ο απλός λαός εξεδήλωσε τον σεβασμό του προς τον άγιο με τα συναξάρια, τους εκκλησιαστικούς ύμνους, τους εγκωμιαστικούς λόγους, την περιγραφή των θαυμάτων που έφθασαν ως την Κύπρο, όπου, για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, γυναίκα του λαού, το 1912, σε πολύστιχο λαϊκό άσμα της ύμνησε Θεσσαλονίκη και Άγιο Δημήτριο.

Η φήμη του αγίου μας έφθασε ως την Δύση, τα Βαλκάνια και την Ρωσσία, με τους Βουλγάρους να τον θεωρούν ελευθερωτή των δούλων, προστάτη των γεωργών και ο λαός τους να τον υμνεί με θρησκευτικά άσματα που τονίζουν ότι ο Άγιος Δημήτριος τους βοηθεί στην ανέγερση ναών, που τόσον είχαν ανάγκη. Έφθασαν, μάλιστα, στον καιρό της εθνικής τους αφύπνισης και λίγο πριν, να τον θεωρούν γεννημένο μεν στην Θεσσαλονίκη αλλά βουλγαρικής καταγωγής. Παρόμοιοι θρύλοι εμφανίσθηκαν και στην μεσαιωνική Ρωσσία, την Σερβία και την Ρουμανία.

Η Θεσσαλονίκη το 1423 παραχωρήθηκε από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Παλαιολόγο στην Βενετική Δημοκρατία πιστεύοντας ότι θα μπορούσε να την σώσει από τον τουρκικό κίνδυνο και να την καταστήσει πλούσια και ανίκητη, Βενετία δηλαδή της Ανατολής. Και η σημαία του Αγίου Μάρκου κυμάτιζε στα τείχη της. Δεν μπόρεσε, όμως, τίποτε να πράξει η Βενετία κι η πόλη μας έπεσε πια οριστικά, εκείνο το πρωινό της 1ης Απριλίου 1430 στα χέρια των Τούρκων.

Ο Θεσσαλονικεύς λόγιος Ιω. Αναγνώστης, θρηνών επί των ερειπίων, περιέγραψε, λίγα χρόνια αργότερα, τα όσα τραγικά συνέβησαν εκείνες τις μέρες και τις καταστροφές των ναών και μονών της πόλης. Τις περισσότερες καταστροφές, γράφει, υπέστη ο ναός του Αγίου Δημητρίου. Οι Τούρκοι, τότε, κατέσχεσαν εκκλησίες και μονές των Ελλήνων, αφήνοντας σ’ αυτούς μόνον τέσσερις, μεταξύ των οποίων των αγίων Αγγέλων (Rotonda), τον Άγιο Δημήτριο και την Αγία Σοφία, που αργότερα θα τις αρπάξουν κι αυτές. Κι ο προαναφερθείς Ιω. Αναγνώστης, όπως και οι δούλοι πια Θεσσαλονικείς, ελπίζουν στον Θεό και στον Άγιο Δημήτριο ότι σύντομα θα απαλλαγεί η πόλη τους από τα δεινά. Ήλπιζε ο Αναγνώστης (μεταφράζω):

το καλό της πόλης θα έλθει με την μεσολάβηση του
δικού μας θριαμβευτή και μάρτυρα Αγίου Δημητρίου

Από το 1430 ως το 1492 ο ναός του αγίου μας ήταν ακόμη στα χέρια των Ελλήνων˙ το 1481, μάλιστα, είχε ταφεί στον ναό, αριστερά από την είσοδό του, ένας πλούσιος Θεσσαλονικεύς, με κωνσταντινουπολίτικη καταγωγή, ο Λουκάς Σπαντούνης, που η οικογένειά του ήλθε στην Θεσσαλονίκη μετά την Άλωση το 1453. Το επιτύμβιο, γραμμένο σε αρχαία ελληνικά, σε ιαμβικό τρίμετρο, μαρτυρεί την εθνική ελληνική συνείδησή του, «βλαστάρι του Βυζαντίου και των Ελλήνων», γράφει ο τελευταίος στίχος του επιγράμματος. Θυμίζω, εν προκειμένω, τον πλούτο των μορφών του ταφικού αυτού μνημείου βγαλμένο από φημισμένο εργαστήρι ιταλικής τέχνης της Αναγεννήσεως. Όμως, το 1492 οι Τούρκοι άρπαξαν αυτό το σύμβολο του Χριστιανισμού, το ηρώον των Θεσσαλονικέων, τον ναό του Αγίου Δημητρίου, πρωτοστατούντος του άλλοτε διοικητή της πόλης Κασίμ πασά που έδωσε και το όνομά του στο τζαμί που έγινε ο ναός. Η αρπαγή αυτή συγκλόνισε τον Ελληνισμό και την Θεσσαλονίκη και τότε οι Θεσσαλονικείς μετέφεραν την εικόνα του αγίου και άλλα κειμήλια στον ναό της Θεοτόκου, κείμενο στο παραθαλάσσιο τείχος, όπου φυλασσόταν το σκήνωμα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Έτσι μεταβάλλεται και η ονομασία του ναού και επιβάλλεται ως ναός του Αγίου Δημητρίου, που γίνεται, μάλιστα και μητροπολιτικός ναός μετά την κατάσχεση από τους Τούρκους του Αγίου Γεωργίου (Rotonda) το 1590.

Περιηγητές και προσκυνητές, εκατόν τριάντα χρόνια αργότερα που επισκέφθηκαν τον ναό, μιλούν για την ομορφιά του, το σκήνωμα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και την αργυροστόλιστη εικόνα του Αγίου Δημητρίου, αυτήν δηλαδή που οι Θεσσαλονικείς μετέφεραν το 1492 και που κάηκε στην μεγάλη πυρκαγιά του 1890.

Ως μητροπολιτικός ναός, ο παραθαλάσσιος Άγιος Δημήτριος, παρέμεινε μέχρι τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, οπότε μετά την απελευθέρωση της πόλης ως μητροπολιτικός ναός καθιερώνεται ο νεόκτιστος πια ναός του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά που είναι η τρίτη και η τελευταία ονομασία του ναού, ήτοι Θεοτόκος, Άγιος Δημήτριος, Γρηγόριος ο Παλαμάς. Κι όταν ξέσπασε η Επανάσταση το 1821 στην Μακεδονία και την Θεσσαλονίκη τον Απρίλιο του 1821 στον ναό αυτόν, τον παραθαλάσσιο, του Αγίου Δημητρίου κατέφυγαν εκατοντάδες Θεσσαλονικέων. Τότε το εξαγριωμένο τουρκικό πλήθος, αφού έσπασε τις πόρτες του ναού, κατέσφαξε τους περισσότερους των καταφυγόντων εκεί. Καθ’ όλη μάλιστα την περίοδο της Τουρκοκρατίας ο Άγιος Δημήτριος θέρμαινε τις ψυχές των υποδούλων και είναι αξιοσημείωτο ότι ο τιμιώτερος των αγωνιστών του 1821 Γ. Καραισκάκης τον είχε προστάτη του.

Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης ήλθε ανήμερα με την εορτή του Αγίου Δημητρίου το 1912. Ήταν το απόγευμα της 26ης Οκτωβρίου 1912, όταν ο Ταχσίν πασάς, ο Τούρκος στρατηγός – διοικητής της Θεσσαλονίκης έστειλε ολιγόλογη επιστολή στον Διάδοχο Κωνσταντίνο, που βρισκόταν στο στρατηγείο του στην Γέφυρα (Τόψιν), με την οποία δεχόταν την παράδοση της Θεσσαλονίκης άνευ όρων. Αμέσως ο Διάδοχος Κωνσταντίνος απέστειλε στην Θεσσαλονίκη τους επιτελείς του Βίκτωρα Δούσμανη και Ιω. Μεταξά για να υπογράψουν με τον Ταχσίν πασά την παράδοση της πόλης. Πράγματι, το πρωτόκολλο υπογράφηκε στις 1.30 μετά τα μεσάνυκτα, αλλά συμφωνήθηκε να γραφεί ως ώρα η 11.30 ώστε να συμπέσει με την εορτή του Αγίου Δημητρίου και να τιμηθεί έτσι ο άγιος προστάτης της Θεσσαλονίκης.

Είναι γνωστά τα της απελευθερώσεως της πόλης. Και θυμούμαι ως φοιτητής εγώ, τον αείμνηστο Δάσκαλο όλων μας και εκ των ιδρυτών της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών Απόστολο Βακαλόπουλο να μας διηγείται τα όσα άκουσε από τον πολεμιστή του 1912 πατέρα του, πως δηλαδή οι Θεσσαλονικείς υποδέχθηκαν τον απελευθερωτή ελληνικό στρατό. Έτσι, περίπου, όπως τα διηγήθηκε και έγραψε ο λοχίας Μιλτιάδης Λιδωρίκης.

Επιστήμονες, έμποροι, πολίτες κάθε τάξεως και θέσεως,
πλούσιοι, φτωχοί, μας παρατηρούσαν με θαυμασμό.
Το κουρασμένο ντουφέκι μας, ο λασπωμένος ντουλαμάς, η βρωμερή
βλαχόκαλτσα, τα τρυπημένα τσαρούχια, το βρεγμένο φέσι μας,
αποτελούσαν αντικείμενο θείου και ιερού θαυμασμού […]

Και ένας ανώνυμος Θεσσαλονικιός, σαν είδε να εισέρχονται στο καφενείο «Όλυμπος Παλλάς» δύο Έλληνες αξιωματικοί, οι πρώτοι που εισήλθαν στην απελευθερούμενη πόλη, έτρεξε στο σπίτι να αναγγείλει την χαρμόσυνη είδηση στον πατέρα του˙ αυτός, έστρεψε το βλέμμα στο εικονοστάσιο˙ «Ευλογημένε Μεγαλομάρτυς Δημήτριε», είπε και αναλύθηκε σε λυγμούς. Κι ο Κωστής Παλαμάς υμνώντας την Θεσσαλονίκη και την απελευθέρωσή της θα γράψει για τον άγιο προστάτη της:

Και πάντα πρωτοστάτης παραστάτης σου / θείος οπλίτης
για το μάτωμα τρόμος, για το θρίαμβο/Μυροβλήτης.

Ο ναός του Αγίου Δημητρίου ήταν ακόμη τζαμί σαν απελευθερώθηκε η πόλη και οι δοξολογίες έλαβαν χώρα στον Άγιο Μηνά και στον Άγιο Νικόλαο τον Τρανό. Στις 31 Οκτωβρίου ξεκίνησε η καθαγίαση των ναών που είχαν μετατραπεί σε τζαμί. Έτσι ο μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος Μηνόπουλος στις 31 Οκτωβρίου 1912 επισκέφθηκε την Αγία Σοφία που είχαν καταλάβει στανικώς οι Βούλγαροι σύμμαχοί μας ως τις 17 Ιουνίου 1913, όπου τέλεσε απλή δέηση επειδή θεωρήθηκε ο ναός «ακαθάριστος», έπειτα πήγε στον Άγιο Γεώργιο (Rotonda), όπου και εκεί ηύρε Βουλγάρους και στον Άγιο Παντελεήμονα. Κατόπιν επισκέφθηκε τον ναό του Αγίου Δημητρίου όπου εψάλλη το απολυτίκιο του μεγαλομάρτυρος, έγινε προσευχή στον τάφο του αγίου και τελέστηκε αγιασμός. Πλήθος κόσμου παρακολούθησε την τελετή κλαίγοντας από χαρά και συγκίνηση. Όσο για την διαδικασία της απόδοσης των ναών στην χριστιανική λατρεία, αυτήν ανέλαβε ο μητροπολίτης Γεννάδιος Αλεξιάδης.

Κι όταν ο ναός του Αγίου Δημητρίου αποδόθηκε ξανά στην λατρεία μας, ήλθε η μεγάλη πυρκαγιά του Αυγούστου του 1917 που κατέκαψε την πόλη. Ο αυτόπτης μάρτυς Γ. Βαφόπουλος πρόσεξε ότι ο Άγιος Δημήτριος με τον ναό του «ύψωσε φράγμα την ίδια την εκκλησία του για να σώσει το υπόλοιπο μέρος της Θεσσαλονίκης». Πράγματι, ο ναός του ήταν το τελευταίο όριο που είχε φθάσει η φονική πυρκαγιά. Γι’ αυτό και δικαίως αποκαλείται ο Άγιος Δημήτριος ο ακριβής φρουρός, ο άϋπνος φύλαξ και η Θεσσαλονίκη θεοφρούρητος, θεοφύλακτος κτλ.

Τούτα τα ολίγα αντί πολλών για τον Άγιο Δημήτριο και την Θεσσαλονίκη του, την αγαπημένη πόλη, που από τους πρώτους βυζαντινούς αιώνες προστάτευε με τον άγιό της και με τα επιβλητικά τείχη της τους κατοίκους της, δίδοντας ασφαλές καταφύγιο απ’ εκείνη την εποχή και στους περιοίκους της μακεδονικής ενδοχώρας, τους «αποφύγους» των αφηγήσεων των «Θαυμάτων» του Αγίου Δημητρίου από τότε ως τους καιρούς μας, όταν δηλαδή το 1922 δέχθηκε στοργικά την ρημαγμένη Ρωμηοσύνη της Ελληνικής Ανατολής, καθιστάμενη η πρωτεύουσα των προσφύγων. Η Θεσσαλονίκη είναι αναμφισβήτητα ο προμαχώνας του Ελληνισμού και χωρίς αυτήν κανείς δεν ξεύρει ποια θα ήταν η τύχη του. Γι’ αυτό η Θεσσαλονίκη και ο πολιούχος της Άγιος Δημήτριος εκφράζουν τον άφθαρτο και νικηφόρο Ελληνισμό, σύμβολα αγώνων, ελπίδων και οραμάτων.

Με αυτές τις ελπίδες και τρελλοί από πατριωτισμό αξιωματικοί και τα στρατευμένα παιδιά του λαού μας αντιμετώπισαν νικηφόρα την φασιστική Ιταλία στα βουνά της Πίνδου και τις σιδερόφρακτες γερμανικές μεραρχίες στο Ρούπελ το ’40, ’41 κι ύστερα στην Εθνική Αντίσταση αναδεικνύοντας τις αρετές των Ελλήνων.

Τιμή και δόξα στο έπος του ’40! Στις μέρες μας, από δικά μας λάθη βιώνουμε μία άλλη κατοχή, και κανείς δεν ξέρει πότε και πως θα τελειώσει.

Ο Άγιος Δημήτριος κι η Παναγιά ας μας βοηθήσουν να αντέξουμε, όπως αντέξαμε τόσα και τόσα και εξήλθαμε διά πυρός και σιδήρου κι όπως περιέγραψε την έξοδο αυτήν, δίδοντας χίλιες ελπίδες, ο Πρόεδρος κ. Ν. Ι. Μέρτζος στο βιβλίο του Από το 1821 στο 2010.

 

Πανηγυρικός λόγος για την επέτειο της Απελευθερώσεως της Πόλης και την μνήμη του Προστάτη της που εκφωνήθηκε στις 21 Οκτωβρίου 2015 στην αίθουσα διαλέξεων της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.

*Τα κείμενα αποτελούν απόψεις του υπογράφοντος και όχι απαραίτητα και της εκπομπής.

 

Ο Αθανάσιος Καραθανάσης εμφανίστηκε στο επεισόδιο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ – Μέρος Β της Χαράς Θεού. Μπορείτε να το παρακολουθήσετε το ΕΔΩ

 

1 comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *