22/08/2019
Ο Σταύρος Αυγολούπης εξετάζει το έργο του Αριστοτέλη «Περί Ουρανού» υπό το πρίσμα της σύγχρονης αστρονομίας.

από τον Σταύρο Αυγολούπη, Καθηγητή Αστρονομίας Α.Π.Θ.

Το 2016 ήταν το «Παγκόσμιο Έτος Αριστοτέλη». Η UNESCO με πρόταση και του «Διεπιστημονικού Κέντρου Αριστοτελικών Μελετών» του ΑΠΘ, ανακήρυξε το 2016 σε «Παγκόσμιο Έτος Αριστοτέλη», διότι συμπληρώθηκαν 2400 χρόνια από τη γέννηση του φιλοσόφου Αριστοτέλη στα Αρχαία Στάγειρα της Χαλκιδικής το 384 π.Χ.

Ο μέγας φιλόσοφος και πανεπιστήμων Αριστοτέλης ο Σταγειρίτης υπήρξε διπλά Σταγειρίτης, όχι μόνο με τη γέννησή του, αλλά και με την επιτυχία του να επανιδρύσει την καταστραμμένη γενέτειρά του, ώστε να γίνει δεύτερος οικιστής και νομοθέτης των αρχαίων Σταγείρων, όπου έζησε και πάλι από το 340 έως το 336 π.Χ. Κατά την τριετία 343-340 π.Χ., ο Αριστοτέλης έμεινε στη Μακεδονία για τη διαπαιδαγώγηση και τη μόρφωση του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Αρχαία Μίεζα της Νάουσας, μετά από πρόσκληση του πατέρα του, του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου.

Το έτος 336 π.Χ., όταν δολοφονήθηκε ο Φίλιππος και ανέλαβε τη διακυβέρνηση του Μακεδονικού κράτους ο Αλέξανδρος, ο Αριστοτέλης γύρισε στην Αθήνα και ίδρυσε τη δική του Σχολή, το Λύκειο, που ονομάσθηκε και «Περιπατητική Σχολή». Πέθανε, τελικά, φυγαδευμένος στη Χαλκίδα, μητρόπολη της Χαλκιδικής, το έτος 322 π.Χ., σε ηλικία 63 ετών.

Μετά τον θάνατο, όμως, του Αριστοτέλη έγινε ένα πολύ σημαντικό ψήφισμα από τους κατοίκους των Αρχαίων Σταγείρων. Το ψήφισμα αυτό ήταν να μεταφέρουν τα λείψανα του Αριστοτέλη από τη Χαλκίδα της Εύβοιας στα Στάγειρα και να του αναγείρουν μνημείο στο κέντρο της πόλης τους, δηλαδή στην Αγορά. Στο μέρος αυτό συγκεντρώνονταν οι κάτοικοι των αρχαίων Σταγείρων για να πάρουν σωστές και καθαρές αποφάσεις για τα κρίσιμα θέματα που αφορούσαν τον τόπο τους, διότι πίστευαν ότι κάτω από την σκιά του πάνσοφου Αριστοτέλη εξαγνίζονταν η σκέψη τους. Αυτό το γεγονός αποτελεί, ιδιαίτερα σήμερα, πράξη αρετής και παγκόσμιο παράδειγμα διακυβέρνησης των λαών, μια και ο Αριστοτέλης ενδιαφέρθηκε σε μέγιστο βαθμό για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει οι ηγέτες να ασκούν την εξουσία.

Το πνευματικό έργο του Αριστοτέλη είναι τεράστιο σε μέγεθος και υπέροχο σε ποιότητα, ώστε ακόμη και σήμερα εμφανίζεται με μια προοπτική αιώνων και αποτελεί πνευματικό αγαθό όλης της ανθρωπότητας. Τα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη υπήρξαν έργο θεμελιωτικό της πολιτικής επιστήμης των δυτικοευρωπαίων αφότου αυτό μεταφράστηκε στα λατινικά, γύρω στα 1260μ.Χ. Ο Αριστοτέλης θεωρείται ο κατεξοχήν ερευνητής της Δημοκρατίας, του πολιτεύματος της ελευθερίας, της ισότητας και της κοινωνικής ισορροπίας.

Εναρκτήριο θεώρημα της φιλοσοφίας της πολιτικής του Αριστοτέλη είναι ότι ο άνθρωπος δεν υπάρχει δίχως την κοινωνία: «Ο δε μη δυνάμενος κοινωνείν ή μηδέν δεόμενος δι’ αυτάρκειαν ουδέν μέρος πόλεως, ώστε ή θηρίον ή Θεός» (1253α, 27-29). Δηλαδή, όποιος δεν έχει τη δυνατότητα να ζει στην κοινωνία είναι «θηρίον» και όποιος δεν χρειάζεται να ζει στην κοινωνία είναι «Θεός», άρα και στις δύο περιπτώσεις όχι άνθρωπος, ώστε και όχι στοιχείο της κοινωνίας. Επομένως, ο ακοινώνητος άνθρωπος είναι είτε υπάνθρωπος είτε υπεράνθρωπος.

Στη συνέχεια, σε άλλο χωρίο τονίζει ότι η «πολιτική κοινωνία» υπάρχει χάρις όχι του απλώς «ζήν», αλλά χάρις του «ζην ευδαιμόνως και καλώς». Προλαβαίνει, μάλιστα, να συμπληρώσει ότι ο τρόπος αυτός ζωής είναι προπάντων ηθική άθληση. Η πολιτική φιλοσοφία του Αριστοτέλη βλέπουμε πως είναι προσαρμοσμένη στις αξιώσεις της ύψιστης πνευματικότητας και ηθικότητας και μάλιστα με φροντίδα και σεβασμό και στον πιο ταπεινό των ανθρώπων.

Τι θα ήταν άραγε στην ανθρωπότητα η επιστήμη και η πολιτική δίχως τον Αριστοτέλη και δίχως τον δάσκαλό του τον Πλάτωνα; Δίκαια οι μορφές τους εμφανίζονται σε τοιχογραφίες τριών αγιορείτικων μοναστηριών και μερικών πρόναων της χώρας μας, δίπλα στους αγίους της εκκλησίας μας. Θεωρήθηκαν μάλιστα ως ένα είδος εξιδανικευμένων «αγίων», γιατί με τη διδασκαλία τους προπαρασκεύασαν κατά κάποιο τρόπο την αποδοχή του Χριστιανισμού και δάνεισαν στους μεγάλους Πατέρες και Θεολόγους μας την ορολογία τους για να μπορέσουν να εκφράσουν οι ίδιοι στη συνέχεια με αριστοτεχνικό τρόπο τα υψηλά νοήματα της Χριστιανικής πίστεως.

Ας μην παραγνωρίζουμε ότι ομολογημένα σημαντικοί πλατωνιστές και αριστοτελιστές υπήρξαν οι πιο σπουδαίοι φιλόσοφοι της ευρωποασιατικής ανθρωπότητας, οι πιο σπουδαίοι πολιτειολόγοι της Ευρώπης και της Αμερικής, αλλά και οι διαμορφωτές των ευρωπαϊκών πολιτευμάτων, κυρίως στην Αναγέννηση και στους μετέπειτα χρόνους.

Μετά από τη σύντομη αυτή γενική εισαγωγή θα γίνει μια μικρή αναφορά και στο έργο του Αριστοτέλη που αναφέρεται στην επιστήμη της Αστρονομίας.

Η Αστρονομία ανήκει στις Φυσικές Επιστήμες και ο Αριστοτέλης θεωρείται ως ο πιο γνωστός φυσικός φιλόσοφος. Ο δάσκαλός του ο Πλάτωνας συμπεριελάμβανε μάλιστα την Αστρονομία στους τέσσερις κλάδους των Μαθηματικών και τη θεωρούσε κύριο συστατικό της Εκπαίδευσης. Από το «Περί Ουρανού» έργο του Αριστοτέλη επιλέχθηκαν μερικά αποσπάσματα και δημιουργήθηκαν στην εργασία αυτή τέσσερις ενότητες που αναφέρονται:

Α) στο Αριστοτελικό Γεωκεντρικό – Ανθρωποκεντρικό Κοσμολογικό Σύστημα

Β) στην σφαιρικότητα της Γης

Γ) στις περί μεσότητας αντιλήψεις του Αριστοτέλη

Δ) στην “πεμπτουσία” του Αριστοτέλη ως Πέμπτη Θεμελιώδη Δύναμη, που κυβερνά το Σύμπαν και τις οποίες πολύ περιληπτικά σχολιάζω.

Α) Ο Αριστοτέλης για τη δημιουργία του δικού του Κοσμολογικού Συστήματος σε διαφοροποίηση από τον Πλάτωνα χρησιμοποίησε επιπλέον την παρατήρηση. Πράγματι, ο Αριστοτέλης παρατήρησε:

α) την ανάδρομη κίνηση του Άρη, που άλλοτε κινείται κανονικά από τη δύση προς την ανατολή ανάμεσα στα μακρινά αστέρια και άλλοτε από την ανατολή προς τη δύση.

β) την παράξενη κίνηση της Αφροδίτης, που άλλοτε φαίνεται ως Αποσπερίτης και άλλοτε ως Αυγερινός για τρεις το πολύ ώρες μετά τη δύση ή πριν από την ανατολή του Ήλιου, αντίστοιχα και

γ) την παρόμοια με την Αφροδίτη κίνηση του Ερμή, ο οποίος φαίνεται μόνο για δύο το πολύ ώρες, στον απογευματινό ή πρωινό ουρανό.

Ενώ, όμως, όλα αυτά τα φαινόμενα οδηγούσαν στο Ηλιοκεντρικό Σύστημα, προκειμένου ο Αριστοτέλης να υπηρετήσει εκείνη την εποχή (μετά το τέλος του ολέθριου Πελοποννησιακού Πολέμου) τις ανθρώπινες αξίες, θεμελίωσε με τη βοήθεια της Γεωμετρίας το Ανθρωποκεντρικό-Γεωκεντρικό Αριστοτελικό Κοσμολογικό Σύστημα, το οποίο με τις παρεμβάσεις και του Πτολεμαίου αργότερα, κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα, επιβίωσε για 18 ολόκληρους αιώνες, μια και είχε κατορθώσει και είχε ερμηνεύσει τις παρατηρούμενες κινήσεις και τις μεταβολές της λαμπρότητας των πλανητών.

Οι μαθηματικές γνώσεις λοιπόν του Αριστοτέλη είναι πράγματι πολύ υψηλές και αξιοθαύμαστες, όπως εύκολα μπορούμε να αντιληφθούμε μελετώντας τα έργα του και κυρίως τα «Αναλυτικά ύστερα», τα «Φυσικά», τα «Μετά τα Φυσικά» και το «Περί Ουρανού», αλλά τοποθετούσε τη Μαθηματική Επιστήμη, η οποία εξετάζει ένα μόνο τμήμα του όντος, σε κατώτερη μοίρα από τη φιλοσοφία, η οποία εξετάζει το ον στο σύνολό του.

Για να κατανοήσουμε αυτή την υπεροχή που έδωσαν στην επιστήμη της φιλοσοφίας τόσο ο Πλάτωνας όσο και ο Αριστοτέλης σε σχέση με τις μαθηματικές επιστήμες, ίσως πρέπει να θυμηθούμε ποια προβλήματα υπήρχαν εκείνη την εποχή και ποια ήταν η συνεισφορά του Αριστοτελικού Κοσμολογικού Συστήματος στη λύση τους.

Κατά τη γνώμη μου το μεγάλο πρόβλημα την εποχή εκείνη ήταν οι αδιάκοποι πόλεμοι, ο γνωστός μακροχρόνιος ολέθριος Πελοποννησιακός Πόλεμος, που προκάλεσε την κατάπτωση της ανθρώπινης αξίας και οι πολιτικές διαμάχες, που είχαν ως αποτέλεσμα την πολιτική και ηθική εξαθλίωση των ανθρώπων σε μεγάλο βαθμό. Αυτά τα προβλήματα θέλει να αντιμετωπίσει η αριστοτελική κοσμολογική ανθρωποκεντρική φιλοσοφία, που αποπειράται να υπενθυμίσει στον άνθρωπο την αξία του, τοποθετώντας τον στο κέντρο του Σύμπαντος. Ο Αριστοτέλης πίστευε ότι η επιστήμη πρέπει να υπηρετεί αποκλειστικά τον άνθρωπο και τις αξίες της ζωής του και για τον λόγο αυτόν το Αριστοτελικό Κοσμολογικό Σύστημα δεν ήταν απλά γεωκεντρικό, αλλά ήταν κυρίως ανθρωποκεντρικό.

Η θεωρία του Αριστοτέλη για το γεωκεντρικό κοσμολογικό σύστημα, με την ανακάλυψη του τηλεσκοπίου, καταρρίφθηκε μια για πάντα από τον πειραματικό επιστήμονα Γαλιλαίο (1564-1642). Η γεωκεντρική δηλαδή θεώρηση του Σύμπαντος καταρρίφθηκε, αλλά όχι και η αντίστοιχη ανθρωποκεντρική. Ο άνθρωπος και με την ηλιοκεντρική πλέον θεώρηση δεν έχασε την ευκαιρία να βάλει τον Ήλιο μας, το δικό μας αστέρι, στο κέντρο του Σύμπαντος και έτσι η Αριστοτελική Ανθρωποκεντρική θεώρηση του Σύμπαντος συνεχίστηκε.

Δεν άργησε όμως από τις παρατηρήσεις και των σφαιρωτών σμηνών (με τα μεγαλύτερα τηλεσκόπια, που κατασκευάσθηκαν, καθώς εξελισσόταν η τεχνολογία) να αποδεχθεί ότι και ο Ήλιος μας δεν είναι το κέντρο του Σύμπαντος. Πράγματι η παρατηρούμενη ομοιόμορφη κατανομή των σφαιρωτών σμηνών ως προς το βαρυτικό κέντρο του Γαλαξία μας υποδεικνύει τη θέση του κέντρου του Γαλαξία μας, που δυστυχώς το τοποθετεί πολύ μακριά από το Ηλιακό μας Σύστημα. Αυτή η διαπίστωση ότι κατοικούμε σε ένα προάστιο του Γαλαξία μας και όχι στο κέντρο του ήταν πράγματι ένα δεύτερο πολύ ισχυρό χτύπημα για το ανθρωποκεντρικό σύστημα του Αριστοτέλη.

Η Αριστοτελική όμως επιμονή του ανθρώπου για μια ξεχωριστή θέση του ίδιου μέσα στο Σύμπαν συνεχίζεται αμείωτη θέτοντας πλέον ένα πιο εξελιγμένο ανθρωποκεντρικό ερώτημα. Αν υπάρχουν πολλοί γαλαξίες, μήπως ο δικός μας γαλαξίας αποτελεί το κέντρο των γαλαξιών του Σύμπαντος;

Για το ότι ο δικός μας Γαλαξίας μπορεί και να μην είναι ο μοναδικός στο Σύμπαν μίλησε πρώτος ο γνωστός Γερμανός φιλόσοφος Kant το 1755 μ.Χ. Αυτό όμως τελικά μόνο το 1924 αποδείχθηκε από τον Αμερικανό αστρονόμο Hubble, που κατάφερε να αποδείξει ότι υπάρχουν πολλοί γαλαξίες στο Σύμπαν.

Αυτή η ανακάλυψη του Hubble, σε συνδυασμό με τη διαπίστωση ότι όλοι οι γαλαξίες απομακρύνονται από το δικό μας Γαλαξία προς όλες τις κατευθύνσεις με τεράστιες ταχύτητες, της τάξεως των χιλιάδων χιλιομέτρων ανά δευτερόλεπτο, έδωσε μεγάλα φτερά στον ανθρωποκεντρικό άνθρωπο. Ο άνθρωπος για τρίτη πλέον φορά αναζήτησε το Αριστοτελικό Ανθρωποκεντρικό Κοσμολογικό Σύστημα και αναφώνησε ότι μπορεί να μην είμαστε στο κέντρο του Γαλαξία μας, αλλά ο Γαλαξίας μας είναι το κέντρο του Σύμπαντος.

Αυτή τη φορά, όμως, πολύ γρήγορα οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι, ενώ πράγματι όλοι οι γαλαξίες απομακρύνονται από το δικό μας Γαλαξία και, μάλιστα, με τόσο πιο μεγάλες ταχύτητες όσο πιο μεγάλες είναι και οι αποστάσεις τους από εμάς, ταυτόχρονα όμως απομακρύνονται και όλοι από όλους με τον ίδιο τρόπο. Άρα κάθε γαλαξίας μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί το κέντρο του Σύμπαντος. Ήρθε λοιπόν και πάλι η πικρή διαπίστωση ότι ούτε ο Γαλαξίας μας είναι το κέντρο του Σύμπαντος και επομένως η θέση μας μέσα στο Σύμπαν δεν είναι προνομιακή.

Η έκπτωση του ανθρώπου σε μια ασήμαντη θέση μέσα στο Σύμπαν φάνηκε προς στιγμή να ταιριάζει θαυμάσια με το μηχανιστικό Σύμπαν, που αρχίζει να κυριαρχεί στο χώρο της επιστήμης. Ένα μηχανιστικό Σύμπαν που δημιουργήθηκε από τις μαθηματικές αναλύσεις των παρατηρησιακών δεδομένων των αρχών του 20ου αιώνα και που παραδόθηκε στους ψυχρούς και απρόσωπους μαθηματικούς νόμους.

Κατά τη διάρκεια όμως του 20ου αιώνα οι ιδέες μας για τους νόμους της Φυσικής κλονίστηκαν τρομερά με την εμφάνιση της κβαντικής θεωρίας. Τώρα πια τα σωματίδια δεν θεωρούνται στερεά με καθορισμένες θέσεις και κινήσεις, αλλά περιγράφονται σαν κύματα πιθανότητας. Έτσι λοιπόν το μηχανιστικό Σύμπαν των προηγούμενων δεκαετιών συντρίβεται, τουλάχιστον στον μικρόκοσμο των υποατομικών σωματιδίων. Ζούμε, επομένως, σύμφωνα με τη θεωρία της Κβαντικής Φυσικής σ’ ένα Σύμπαν με αρκετά στοιχεία απροσδιοριστίας. Μέσα σ’ ένα τέτοιο Σύμπαν, που ανακάλυψε η Φυσική και η Αστρονομία του 20ου αιώνα, βρήκε κατάλληλο έδαφος η ανθρωποκεντρική φιλοσοφική άποψη του Αριστοτέλη. Αυτή τη φορά ο άνθρωπος επιστρατεύει όχι μόνο φιλοσοφικές αλλά και πολύ σύγχρονες επιστημονικές απόψεις για μια ανθρωποκεντρική αριστοτελική θεώρηση του Σύμπαντος με τη διατύπωση της περίφημης « Ανθρωπικής Αρχής».

Η βασική ιδέα-παραδοχή του ανθρωπικού αξιώματος είναι ότι ο αντικειμενικός σκοπός της ύπαρξης του Σύμπαντος είναι να αποκτήσει το «γνώθι σαυτόν», δηλαδή την αυτογνωσία του. Το Σύμπαν θέλει να καταλάβει τον εαυτό του, να ανακαλύψει τη δομή του και τους φυσικούς νόμους που το κυβερνούν. Για να το καταφέρει όμως αυτό, πρέπει να δημιουργήσει κατάλληλες συνθήκες που να οδηγήσουν αναγκαστικά στην παρουσία του ανθρώπου. Για το λόγο αυτό η καλύτερη απάντηση στην ερώτηση ενός όντος από κάποιο άλλο υποθετικό Σύμπαν για το πώς είναι καμωμένο το δικό μας Σύμπαν θεωρείται από τους οπαδούς της ανθρωπικής αρχής ότι είναι η εξής: «Το Σύμπαν μας είναι τέτοιο και έχει δημιουργηθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε μπόρεσε και έδωσε ζωή σε όντα σαν εμάς». Η απαίτηση δημιουργίας αναπτυγμένης ζωής περιορίζει σημαντικά τις επιλογές του Σύμπαντος σχετικά με τις τέσσερις θεμελιώδεις δυνάμεις, που το κυβερνούν και με μερικές βασικές ποσότητες σχετικές με τις δυνάμεις αυτές.

Βέβαια μιλάμε για το ένα και μοναδικό Σύμπαν που βλέπουμε τριγύρω μας και πρέπει να είναι σχεδόν όπως είναι, για να διατυπώνουμε και εμείς τέτοιες ερωτήσεις.

Μια ριζοσπαστική ιδέα είναι ότι το Σύμπαν μας είναι ένα από τα πολλά, μπορεί και άπειρα, άλλα Σύμπαντα. Το καθένα έχει τις δικές του τιμές των φυσικών σταθερών και εξελίσσεται με ανάλογους ή με τους ίδιους νόμους, καθώς δημιουργήθηκε παράλληλα με το δικό μας ή από κάποια άλλη αρχική έκρηξη ενός άλλου συμπαντικού κύκλου. Αν, όμως, ελάχιστες μεταβολές των φυσικών σταθερών, συλλογιέται ο αείμνηστος Καθηγητής Βασίλης Ξανθόπουλος, αρκούν για να δώσουν ένα Σύμπαν τελείως διαφορετικό, μήπως πρέπει να διερωτηθούμε αν το δικό μας Σύμπαν είναι ένα και μοναδικό ή είναι ένα από τα λίγα προτιμητέα ανάμεσα στα άπειρα, αλλά κατάλληλα για τη ζωή Σύμπαντα;

Το ανθρωπικό αξίωμα έχει αρκετά στοιχεία μεταφυσικής και προφανώς δεν λύνει προβλήματα. Προτείνει όμως ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης. Ανασύρει και πάλι τον άνθρωπο από την εν χώρω ασημαντότητά του στο Σύμπαν και τον τοποθετεί σε θέση περίοπτη, όπως το αποζητούσε η φιλοσοφική ανθρωποκεντρική κοσμολογική αριστοτελική θεώρηση. Έτσι, λοιπόν, βλέπουμε και πάλι τον μεγάλο πανεπιστήμονα Σταγειρίτη Φιλόσοφο να ταρακουνάει τη σύγχρονη ανθρώπινη σκέψη.

Β) Στο «Περί Ουρανού» έργο του Αριστοτέλη θαυμάζει κανείς και τις ακόλουθες αποδείξεις, που αναφέρονται για τη σφαιρικότητα της Γης:

α) Από την παρατήρηση του σχήματος της σκιάς, που ρίχνει η Γη πάνω στην Πανσέληνο κατά τη διάρκεια μιας ολικής έκλειψης της Σελήνης. Αυτό το σχήμα, λέγει ο Αριστοτέλης στο χωρίο 297 Β 24, είναι πάντα κυρτό λόγω της σφαιρικότητας της Γης: «Ούτε γαρ αν αι της σελήνης εκλείψεις τοιαύτας αν είχον τας αποτομάς νυν γαρ εν μεν τοις κατά μήνα σχηματισμοίς πάσας λαμβάνει τας διαιρέσεις (και γαρ ευθεία γίνεται και αμφίκυρτος και κοίλη), περί δε τας εκλείψεις αεί κυρτήν έχει την ορίζουσαν γραμμήν, ώστ’ επείπερ εκλείπει δια της την γης επιπρόσθησιν, η της γης αν είη περιφέρεια του σχήματος αιτία σφαιροειδής ούσα» (Περί Ουρανού 297 Β 24). Είναι δηλαδή γνωστό ότι η γραμμή που διαχωρίζει το σκοτεινό από το φωτεινό τμήμα του δίσκου της Σελήνης κατά τις φάσεις της γίνεται κυρτή, ευθεία και κοίλη. Στις εκλείψεις όμως δεν συμβαίνει το ίδιο, η γραμμή αυτή είναι πάντα κοίλη σ’ όλη τη διάρκεια της έκλειψης και αυτό οφείλεται ασφαλώς στην παρεμβολή της Γης μεταξύ Σελήνης και Ήλιου. Άρα βγαίνει το συμπέρασμα ότι η Γη είναι σφαιρική αφού η σκιά της που πέφτει πάνω στη Σελήνη κατά τις εκλείψεις έχει σχήμα κυκλικό.

β) Ο Αριστοτέλης τονίζει στο χωρίο 297 Β 30, πως εύκολα καταλαβαίνουμε ότι η Γη είναι σφαιρική και από την αλλαγή της θέσεως των αστέρων, που βλέπουμε από διάφορους τόπους της Γης την ίδια χρονική στιγμή. Μάλιστα, έτσι προκύπτει και το συμπέρασμα ότι η Γη όχι μόνο είναι σφαιρική, αλλά και ως προς το μέγεθός της δεν είναι μεγάλη, διότι μερικοί αστέρες που φαίνονται από την Αίγυπτο φαίνονται και από την Κύπρο, αλλά δεν φαίνονται από χώρες που βρίσκονται βορειότερα : «έτι δε δια της των άστρων φαντασίας ου μόνον φανερόν ότι περιφερής, αλλά και το μέγεθος ουκ ούσα μεγάλη μικράς γαρ γιγνομένης μεταστάσεως ημίν προς μεσημβρίαν και άρκτον επιδήλως έτερος γίγνεται ο ορίζων κύκλος, ώστε τα υπέρ κεφαλής άστρα μεγάλην έχειν την μεταβολήν, και μη ταύτα φαίνεσθαι προς άρκτον τε και μεσημβρίαν μεταβαίνουσιν’ ένιοι γαρ εν Αιγύπτω μεν αστέρες ορώνται και περί Κύπρον, εν τοις προς άρκτον δε χωρίοις ουχ ορώνται, και τα δια παντός εν τοις προς άρκτον φαινόμενα των άστρων εν εκείνοις τοις τόποις ποιείται δύσιν» (Περί Ουρανού 297 Β 30).

γ) Η τρίτη απόδειξη για τη σφαιρικότητα της Γης, μας λέγει ο Αριστοτέλης, προκύπτει από την παρατήρηση ότι οι τροχιές των πιπτόντων σωμάτων δεν είναι παράλληλες, αλλά συγκλίνουν προς το κέντρο της Γης. Αυτό είναι το χωρίο 297 Β 17 που λέγει : «κατά τούτον τε δη τον λόγον αναγκαίον είναι το σχήμα σφαιροειδές αυτής, και ότι πάντα φέρεται τα βαρέα προς ομοίας γωνίας, αλλ’ ού παρ’ άλληλα τούτο δε πέφυκε προς το φύσει σφαιροειδές, ή ουν εστί σφαιροειδής, ή φύσει γε σφαιροειδής» (Περί Ουρανού 297 Β 17). Τα σώματα δηλαδή που πέφτουν στη Γη δεν διαγράφουν τροχιές παράλληλες, αλλά τροχιές που σχηματίζουν γωνία μεταξύ τους, επειδή όλες κατευθύνονται προς το ίδιο σημείο, το κέντρο της Γης. Αυτή, τελικά, η παρατήρηση αξίζει μεγάλο θαυμασμό.

Γ) Στην θεματική αυτή ενότητα αναφέρονται οι «περί μεσότητας» αντιλήψεις του Αριστοτέλη, όπως αυτές εμφανίζονται σήμερα στο χώρο της Αστρονομίας. Ο Αριστοτέλης δίδασκε ότι η μεσότητα είναι αρετή, απαλλαγμένη από κάθε υπερβολή και έλλειψη. Οι απόψεις αυτές είναι πολύ σημαντικές και άκρως επίκαιρες και διδακτικές για τη σημερινή εποχή. Ο Αριστοτέλης τονίζει ότι ανάμεσα στη θρασύτητα και τη δειλία υπάρχει η ανδρεία, η γενναιοψυχία, που τόσο πολύ λείπει σήμερα. Μεταξύ της αναισθησίας και της ακολασίας υπάρχει η σωφροσύνη, η μετρημένη απόλαυση των πραγμάτων. Μεταξύ της αβάσταχτης φτώχειας και του ακραίου πλουτισμού υπάρχει η μεσαία τάξη, που είναι η μόνη που ενδιαφέρεται για να υπάρχει το αύριο.

Οι Αστρονόμοι βλέπουν σήμερα ξεκάθαρα στο Σύμπαν την αριστοτελική μεσότητα. Πιστεύουν ότι μόνο τα μεσαίου μεγέθους άστρα, σαν τον Ήλιο μας, δηλαδή μόνο τα σεμνά αστέρια, δίνουν ευκαιρίες και μάλιστα μόνο στους σεμνούς πλανήτες τους, σαν τη μεσαία σε μέγεθος και θέση Γη μας, να αναπτύξουν ζωή. Τέτοιους πλανήτες μεσαίου μεγέθους σαν τη Γη μας, που περιφέρονται γύρω από αστέρες μεσαίου μεγέθους σαν τον Ήλιο μας, ψάχνει τώρα το διαστημικό τηλεσκόπιο Kepler ως υποψήφιους πλανήτες για να φιλοξενούν ζωή.

Δ) Τέλος, ως τέταρτη θεματική ενότητα, επιλέχθηκε η αριστοτελική έννοια της «πεμπτουσίας», η οποία θα μπορούσε να συσχετιστεί με την πέμπτη θεμελιώδη δύναμη που κυβερνά το Σύμπαν (η βαρυτική, η ηλεκτρομαγνητική, η ασθενής πυρηνική και η ισχυρή πυρηνική είναι οι άλλες τέσσερες γνωστές θεμελιώδεις δυνάμεις), και είναι γνωστή σήμερα σε όλους μας ως «σκοτεινή ενέργεια». Αυτή η σκοτεινή ενέργεια αποτελεί ίσως το 73% της συμπαντικής υλοενέργειας, ενώ η γνωστή ορατή ύλη των δισεκατομμυρίων γαλαξιών με τα δισεκατομμύρια αστέρια ο καθένας τους αποτελεί μόνον το 4% και η σκοτεινή ύλη, που δεν βλέπουμε, το υπόλοιπο 23% της συμπαντικής υλοενέργειας.

Στις 4 Οκτωβρίου 2011, το βραβείο Nobel Φυσικής απονεμήθηκε στους Perlmutter, Schmidt και Riess για την ανακάλυψη της επιταχυνόμενης διαστολής του Σύμπαντος με τη βοήθεια της παρατήρησης μακρινών υπερκαινοφανών αστέρων (σουπερνόβα). Όταν πρωτοπαρατηρήθηκε αυτή η διαστολή του Σύμπαντος με τη βοήθεια υπερκαινοφανών αστέρων σε πολύ μακρινούς γαλαξίες, όπως αναφέραμε προηγουμένως, από τη μια μεριά ικανοποιηθήκαμε γιατί αυτή η διαστολή επιβεβαίωσε τη θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης, που έχει πλέον καθιερωθεί ως η θεωρία δημιουργίας του Σύμπαντος, αλλά από την άλλη ξαφνιαστήκαμε γιατί διαπιστώθηκε ότι η διαστολή είναι επιταχυνόμενη, κάτι που δεν αναμέναμε.

Για την ερμηνεία του φαινομένου αυτού προστέθηκε αναγκαστικά μια καινούρια μορφή ενέργειας, που ονομάζεται σκοτεινή ενέργεια και επηρεάζει την εξέλιξη του Σύμπαντος. Η σκοτεινή αυτή ενέργεια, που αποτελεί το κυρίαρχο συστατικό του Σύμπαντος, είναι λοιπόν μια μυστηριώδης μορφή ενέργειας που, αντίθετα με τη βαρύτητα, είναι απωστική και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «αντι-βαρύτητα». Μέχρι σήμερα έχουν προταθεί δύο μοντέλα γι’ αυτήν τη μυστηριώδη δύναμη και οι προσπάθειες ερμηνείας της επιταχυνόμενης διαστολής του Σύμπαντος συνεχίζονται.

Το πρώτο μοντέλο είναι η «κοσμολογική σταθερά», που υπάρχει στις εξισώσεις πεδίου της Γ.Θ.Σ. του Αϊνστάιν και η οποία ερμηνεύεται ως «ενέργεια κενού». Πράγματι, η σύγχρονη θεωρία της Κβαντομηχανικής υποστηρίζει ότι μπορεί να δημιουργούνται από το κενό ζεύγη σωματιδίων και αντισωματιδίων που, παρότι ζουν ελάχιστα, μπορούν να δίνουν στο κενό μη μηδενική δυναμική ενέργεια.

Το δεύτερο μοντέλο είναι η «πεμπτουσία» (όρος τον οποίο χρησιμοποίησε πρώτος ο Αριστοτέλης), ένα δυναμικό πεδίο του οποίου η ενέργεια εξελίσσεται στο χώρο και στον χρόνο. Ο Αριστοτέλης πίστευε ότι πάνω από την τροχιά της Σελήνης και μέχρι τη σφαίρα των απλανών αστέρων εκτείνεται ο εξωτερικός χώρος, ο χώρος «των αΐδιων αισθητών», δηλαδή ο χώρος των πνευματικά άφθαρτων. Στον χώρο αυτόν δεν υπάρχουν τα τέσσερα στοιχεία «αήρ, πυρ, γη και ύδωρ», αλλά την ύλη την αποτελεί το «πέμπτο σώμα», η πέμπτη ουσία, την οποία ο φιλόσοφος Αριστοτέλης αποκαλεί «πεμπτουσία» και η οποία μάλιστα πίστευε ότι γίνεται όλο και πιο αγνή, καθώς απομακρύνεται από τη Γη, «εκ τε δη τούτον φανερόν ότι πέφυκε τις ουσία σώματος άλλη παρά τας ενταύθα συστάσεις, θειοτέρα και προτέρα τούτων απάντων» (Περί Ουρανού 69 Α 30).

Έτσι περιγράφεται από τον Αριστοτέλη η πεμπτουσία στο «Περί Ουρανού» έργο του και, έτσι, πεμπτουσία ονομάσθηκε στην αρχή από τους αριστοτελιστές Αστρονόμους η παράξενη και ανερμήνευτη μέχρι σήμερα μυστηριώδης αυτή θεμελιώδης δύναμη που τώρα επικράτησε να αποκαλείται σκοτεινή ενέργεια. Ξανά, λοιπόν, ο Αριστοτέλης μέσα στην αναζήτηση λύσεων και στα πιο σύγχρονα και πολύπλοκα κοσμολογικά προβλήματα της τρέχουσας επιστημονικής αιχμής.

Διευκρινίζεται, βέβαια, ότι όλα αυτά αποτελούν μικρή μόνο ανάληψη από την απέραντη σε μέγεθος και ποιότητα πνευματική περιουσία του Σταγειρίτη φιλόσοφου πανεπιστήμονα Αριστοτέλη και η οποία είναι κατατεθειμένη στην παγκόσμια τράπεζα του πολιτισμού της ανθρωπότητας και μάλιστα με προοπτική αιώνων.

*Τα κείμενα αποτελούν απόψεις του υπογράφοντος και όχι απαραίτητα και της εκπομπής.

 

Ο Σταύρος Αυγολούπης εμφανίστηκε στο επεισόδιο ΣΥΜΠΑΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ της Χαράς Θεού. Μπορείτε να το παρακολουθήσετε ΕΔΩ

 

1 comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *